SQLSTATE[42000] [1203] User dic already has more than 'max_user_connections' active connections ἀτιμάζω 🎓²


ἀτιμάζω

ἀτιμάζω ['не почитать'] 1. оскорблять, унижать; 2. лишать чести, почести

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀτιμάζω" в других словарях:

  • ατιμάζω — ατιμάζω, ατίμασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀτιμάζω — ἀτῑμάζω , ἀτιμάζω hold in no honour pres subj act 1st sg ἀτῑμάζω , ἀτιμάζω hold in no honour pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατιμάζω — (AM ἀτιμάζω) [άτιμος] 1. προσβάλλω κάποιον με λόγια ή έργα 2. κατηγορώ, βρίζω νεοελλ. 1. βιάζω ή εκπαρθενεύω 2. βλαστημώ, καταριέμαι αρχ. 1. συμπεριφέρομαι περιφρονητικά προς κάποιον 2. δεν θεωρώ κάποιον άξιο να κάνει ή να πετύχει κάτι 3. αφαιρώ… …   Dictionary of Greek

  • ατιμάζω — ασα, άστηκα, ασμένος 1. περιφρονώ, εξευτελίζω, ντροπιάζω: Δεν ατιμάζεις μονάχα τον εαυτό σου μ αυτά που έκανες, αλλά κι όλη σου την οικογένεια. 2. (για γυναίκες), βιάζω, διακορεύω: Την ατίμασε και τώρα δε θέλει να την παντρευτεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διατιμάζω — [ατιμάζω] φέρομαι ατιμωτικά, διαπομπεύω …   Dictionary of Greek

  • ἀτιμάσουσ' — ἀτῑμά̱σουσα , ἀτιμάω dishonour fut part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀτῑμά̱σουσι , ἀτιμάω dishonour aor subj act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀτῑμά̱σουσι , ἀτιμάω dishonour fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠτίμασ' — ἠτί̱μᾱσα , ἀτιμάω dishonour aor ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ἠτί̱μᾱσε , ἀτιμάω dishonour aor ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἠτί̱μασα , ἀτιμάζω hold in no honour aor ind act 1st sg (attic epic ionic) ἠτί̱μασο ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμᾶν — ἀτῑμᾶν , ἀτιμάω dishonour pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀτῑμᾶν , ἀτιμάω dishonour pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀτῑμᾶν , ἀτιμάω dishonour pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀτῑμᾶ̱ν , ἀτιμάω dishonour pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμάζετε — ἀ̱τῑμάζετε , ἀτιμάζω hold in no honour imperf ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀτῑμάζετε , ἀτιμάζω hold in no honour pres imperat act 2nd pl ἀτῑμάζετε , ἀτιμάζω hold in no honour pres ind act 2nd pl ἀτῑμάζετε , ἀτιμάζω hold in no honour imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμάσω — ἀ̱τῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀτῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour aor subj act 1st sg (doric aeolic) ἀτῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour fut ind act 1st sg (doric aeolic) ἀ̱τῑμάσω , ἀτιμάζω hold in no honour aor ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμαζόμεθα — ἀ̱τῑμαζόμεθα , ἀτιμάζω hold in no honour imperf ind mp 1st pl (doric aeolic) ἀτῑμαζόμεθα , ἀτιμάζω hold in no honour pres ind mp 1st pl ἀτῑμαζόμεθα , ἀτιμάζω hold in no honour imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.